ἔκτοθι

ἔκτοθι, [dialect] Ep. Adv., ([etym.] ἐκτός)
A out of, outside, far from, νηῶν, πυλάων, Il.15.391, 22.439, cf. A.R.1.243.
2 simply, from, σέο δ' ἔ. μῆτις ὄρωρεν ib.1291.
3 abs., outside, Id.3.255.
4 without, i.e. not having,

νίκης Nonn.D.22.252

,al.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έκτοθι — ἔκτοθι (Α) επίρρ. 1. έξω, μακριά από («ἔκτοθι νηῶν» μακριά από τα πλοία, Ιλ. Ο) 2. από 3. (απολ.) έξω 4. χωρίς …   Dictionary of Greek

  • ἔκτοθι — out of epic (indeclform adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἄκτοθι — ἔκτοθι , ἔκτοθι out of epic (indeclform adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκτοθ' — ἔκτοθι , ἔκτοθι out of epic (indeclform adverb) ἔκτοτε , ἔκτοτε thereafter indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • THERA — vulgo Gozi, teste Nigrô, insula maris Aegaei apud Cretam, quae, ut primum enata est, Calliste appellata fuit, teste Pliniô l. 4. c. 12. iuxta Diam, a qua Therasia postea avulsa est, proxima Anaphe, ab Heracleo oppid. Cretae 85. mill. pass. in… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ψυχοστόλος — ον, ΜΑ αυτός που ανακαλεί τις ψυχές τών νεκρών («Λάζαρον ἔκτοθι τύμβου Ἰησοῡς ἐκάλεσε, τεταρταῑον δὲ θανόντα ἐκ νεκύων ἤγειρε, χέων ψυχοστόλον ἠχώ», Νόνν.) αρχ. (το αρσ. ως προσωνυμία τού Ερμού) ὁ ψυχοστόλος αυτός που συνοδεύει τις ψυχές,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.